Αρχική Χάρτης Πλοήγησης Αναζήτηση
 

 
Τίτλος εισήγησης: «Η τοπικότητα σαν παράγοντας ανάπτυξης σε μια παγκοσμιοποιημένη τουριστική αγορά» Θα ήθελα ξεκινώντας να συγχαρώ τους διοργανωτές της σημερινής ημερίδας και συγκεκριμένα την Τοπική Διοίκηση του Περιφερειακού Τμήματος Ανατολικής Στερεάς του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδας, γιατί καταπιάστηκαν με ένα πραγματικά επίκαιρο και πρωταρχικής σημασίας θέμα και για την Ελλάδα, και που αφορά στην παγκοσμιοποίηση της τουριστικής ανάπτυξης και τον προβληματισμό για τις σύγχρονες διαδικασίες ανάπτυξης και διαχείρισης των τουριστικών περιοχών. Σήμερα είναι πλέον κοινά αποδεκτό ότι το κυρίαρχο πρότυπο του τουρισμού που τείνει να επικρατήσει είναι εκείνο του μαζικού, ο οποίος όπως διαμορφώνεται αποτελεί θανάσιμη απειλή για τους μικρούς και ευαίσθητους τουριστικούς προορισμούς. Είναι πλέον αποδεδειγμένο ότι όλες οι Μεσογειακές τουριστικές χώρες έχουν παραδείγματα περιοχών, στις οποίες η άναρχη τουριστική ανάπτυξη με αφετηρία την χωρίς κανόνες υπερδόμηση έχει επιφέρει μη αναστρέψιμες αλλοιώσεις και αυτό γιατί δεν υπήρξε μέριμνα προστασίας του φυσικού τους χώρου και της ιστορικής τους κληρονομιάς, τα στοιχεία δηλαδή εκείνα που αποτέλεσαν καταρχήν τη βάση της ενεργοποίησης της τουριστικής τους ανάπτυξης. Ο προβληματισμός απ΄ αυτήν την χωρίς κανόνες εξέλιξη με επίκεντρο τον μαζικό τουρισμό που οδήγησε στη σημερινή κρίση μας οδηγεί σήμερα στη διατύπωση επιλογής ηπιότερων λύσεων και στην εισαγωγή της έννοιας του εναλλακτικού τουρισμού/ τουρισμού των κινήτρων. Η στροφή αυτή επιβάλλει να οδηγηθούμε σε μια νέα περίοδο τουριστικής πολιτικής για τον Ευρωπαϊκό χώρο στον οποίο ανήκουμε και στον οποίο ποιοτικά προσβλέπουμε. Ο αριθμός των ευρωπαίων πολιτών που ενδιαφέρεται για τον εναλλακτικό τουρισμό αυξάνεται με ραγδαίους ρυθμούς. Το τουριστικό αυτό κοινό επιλέγει προορισμούς που ανταποκρίνονται στα εξειδικευμένα τουριστικά του ενδιαφέροντα. Αλλά και ο μαζικός τουρίστας πλέον αναζητά περιοχές που προσφέρουν υψηλότερα του παρελθόντος ποιοτικά χαρακτηριστικά και δεν επιλέγει τους υποβαθμισμένους περιβαλλοντολογικά και οικιστικά τουριστικούς προορισμούς. Μπορούμε δηλαδή να υποστηρίξουμε ότι στις σημερινές συνθήκες παγκοσμιοποίησης της τουριστικής ανάπτυξης και του εντεινόμενου ανταγωνισμού, η «τοπικότητα» αναδεικνύεται ως βασική παράμετρος για μια τουριστική προοπτική. Ποιοτική και με διάρκεια. Από τη στιγμή που περιοχές χάσουν το χαρακτήρα εκείνο, που τις καθιστά ξεχωριστά ελκυστικές και διαφορετικές, ακυρώνουν την ικανότητα τους να συναγωνιστούν με το καίριο τουριστικό τους πλεονέκτημα που έχει απολεσθεί σε μια αυξανόμενη παγκόσμια αγορά και που είναι κυρίως το τοπίο, η ιστορική παράδοση, τα ήθη και τα έθιμα, η οικιστική τους (Αρχιτεκτονική) μνήμη μέσα από την διατήρηση και ανάδειξη τους. Σ΄ αυτόν τον ανταγωνισμό, τόποι με πλούσιους πολιτιστικούς και φυσικούς πόρους, όπως είναι οι ελληνικές τουριστικές περιοχές, που σεβάστηκαν τις παραπάνω προϋποθέσεις έχουν εν δυνάμει συγκριτικό πλεονέκτημα. Για να μπορέσουν όμως να επιβιώσουν οικονομικά, θα πρέπει να προστατεύσουν τα ιδιαίτερα μοναδικά τους χαρακτηριστικά και να τα ενεργοποιήσουν δημιουργώντας ταυτόχρονα εξειδικευμένες τουριστικές υπηρεσίες. Θα ήθελα να σταθώ λίγο στο σύνθετο θέμα της προστασίας και ανάδειξης της τοπικής φυσιογνωμίας, με το οποίο καταπιάνομαι την τελευταία 20τία, είτε ως αρχιτέκτονας, είτε ως βουλευτής είτε από τη θέση του Υπουργού στα Υπουργεία Πολιτισμού, Τουρισμού, και πρόσφατα Αιγαίου. Ο ρόλος του τουρισμού υπήρξε καθοριστικός για τη φυσιογνωμία του ελληνικού τοπίου. Στις δεκαετίες 1970-80, η τουριστική εικόνα της Ελλάδας ήταν αρκετά μονοδιάστατη και ταυτιζόταν με εκείνη ενός ανώνυμου χωριού της ηπειρωτικής Ελλάδας και ενός νησιού των Κυκλάδων. Μια εικόνα ομογενοποιημένη και στερεότυπη που εξυπηρετούσε το πρότυπο καταρχήν του εκλεπτιστικού ταξιδιώτη και ερευνητή και στη συνέχεια εκείνο του μαζικού ηλιοτροπικού τουρισμού. Στην πορεία και σε συνέχεια εκείνων των χρόνων λοιπόν επικράτησε μια ομοιόμορφη αρχιτεκτονική αντίληψη του μοντέρνου όπως ονομάσθηκε αλλά απλώς ήταν ψευδομοντέρνο που κατέστρεψε λειτουργικά και αισθητικά αιωνόβιους οικισμούς, και εξοβέλισε αντιπροσωπευτικές αρχιτεκτονικές παραδόσεις, αφού ούτε καν δε χρησιμοποίησε την καταξιωμένη Αρχιτεκτονική μορφολογία που γνώριζε καλά το πολύτιμο δυναμικό των ντόπιων μαστόρων. Στον αντίποδα, την τελευταία δεκαετία, η απαίτηση για «κατανάλωση» της γραφικότητας του ελληνικού τοπίου οδήγησε στη δημιουργία στερεότυπων για το πώς θα πρέπει να είναι ή να «φαίνεται» η εικόνα ενός «παραδοσιακού» οικισμού. Η διατήρηση αυτής της λογικής θα προκαλέσει όπως είναι φυσικό τη μόνιμη αισθητική υποβάθμιση του περιβάλλοντος και ωθεί τις τοπικές κοινωνίες σε οικονομικό και κοινωνικό μαρασμό, αφού μηδενίζει τις αναπτυξιακές τους δυνατότητες και καταδικάζει βασικούς τουριστικούς προορισμούς όπως είναι τα νησιά στο υφιστάμενο μοντέλο του μαζικού, αλλά χαμηλής ποιότητας και οικονομικής δυνατότητας, τουρισμού. Ας μην λησμονούμε ότι το 80% του τουριστικού ρεύματος προς την Ελλάδα έχει προορισμό τα νησιά μέσω των απ΄ ευθείας πτήσεων τσάρτερς. Ακόμη και σήμερα δεν είναι γνωστές σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο, η πολυμορφία και η ποικιλία του φυσικού και δομημένου περιβάλλοντος της χώρας μας. Μόνο στο Αιγαίο σου αποκαλύπτεται μια εκπληκτική πολυμορφία στο τοπίο, την τοπική αρχιτεκτονική, τον πολιτισμό π.χ. οι διαφορές της Αρχιτεκτονικής μορφολογίας αλλά και του τοπίου στο Νότιο, το Κεντρικό και Βόρειο Αιγαίο είναι πολύ μεγάλες. Αναμφίβολα, και στην Ελλάδα πολλές προσπάθειες γίνονται τα τελευταία χρόνια να αναστραφεί αυτή η πορεία. Πολλοί τόποι-όσοι προφταίνουν ακόμη- επανανακαλύπτουν τις παραδόσεις τους, αναζητούν το χαρακτήρα τους, ψηλαφίζουν την ιστορία τους και αναδεικνύουν τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα: ανακατασκευάζουν τον εαυτό τους, δηλαδή της εικόνα τους. Εδώ θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι, όσο πιο πλούσια είναι η τοπική κουλτούρα τόσο πιο δύσκολο είναι να δεχθεί τις αρνητικές επιδράσεις του τουρισμού. Στο Υπουργείου Τουρισμού παλαιότερα αλλά και στο Υπουργείο Αιγαίου την τετραετία 2000-2004 μαζί με τους συνεργάτες μου εργασθήκαμε για την προστασία και ανάδειξη της αρχιτεκτονικής φυσιογνωμίας και του τοπίου των νησιών γιατί πιστεύω ακράδαντα ότι αυτή είναι η αιχμή του δόρατος για την ανάπτυξη, την ποιοτική βεβαίως του τουρισμού. Την περίοδο 2000-2004 ολοκληρώθηκε ένα σημαντικό και πολύ-επίπεδο έργο. Επιβλήθηκαν αυστηροί όροι και περιορισμοί στην εκτός των οικισμών δόμηση σε 27 νησιά του Αιγαίου, προκειμένου να προστατευθεί το ευαίσθητο νησιωτικό τοπίο. Με σειρά προεδρικών Διαταγμάτων που εκδόθηκαν τέθηκαν Αρχιτεκτονικοί κανόνες δόμησης προστασίας για 51 αξιόλογους αρχιτεκτονικά οικισμούς και προσδιορίσθηκαν αρχιτεκτονικά, μορφολογικά και άλλα στοιχεία που πρέπει να τηρούνται στις νέες οικοδομικές δραστηριότητες σύμφωνα με την τοπική αρχιτεκτονική παράδοση κάθε περιοχής κάθε νησιού. Η φιλόδοξη αυτή προσπάθεια δε στόχευε στη στείρα μίμηση μορφολογικών στοιχείων αλλά, μέσα από τον εντοπισμό των ιδιαίτερων και διακεκριμένων αρχιτεκτονικών και πολεοδομικών χαρακτηριστικών κάθε οικισμού ή ομάδας οικισμών, στην παραγωγή κτιρίων που θα ακολουθούν το πνεύμα και την ουσία της αρχιτεκτονικής κάθε τόπου. Ταυτόχρονα προσπαθήσαμε να προσδιορίσουμε την πρέπουσα χωροταξική δομή των κοινωνικών λειτουργιών στο χώρο. Είμαι περήφανος που ολοκληρώσαμε και θεσμοθετήσαμε το καινοτόμο και τολμηρό μέτρο της «απόσυρσης κτιρίων» όπως αποκαλέσθηκε, μη συμβατών με την κλίμακα και την αισθητική των νησιών του Αιγαίου. Η πολύ θετική ανταπόκριση που υπήρξε από τους πολίτες ήταν η καλύτερη απόδειξη ότι είμαστε πλέον ως κοινωνία ώριμοι να επενδύσουμε στην επανάκτηση της ποιότητας του περιβάλλοντος. Ελπίζω η σημερινή κυβέρνηση να συνεχίσει σε αυτή την κατεύθυνση μια και η διατήρηση του φυσικού πλούτου και της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, δεν αποτελεί μόνο πολιτιστικό χρέος αλλά και αναπτυξιακή αναγκαιότητα για την οικονομία των νησιών. Σε δεύτερο επίπεδο, πολύ σημαντικό είναι το ζήτημα της αποτελεσματικής διαχείρισης και του σχεδιασμού της τουριστικής ανάπτυξης σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο. Τα τελευταία χρόνια μέσα από την ενεργοποίηση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, αναδεικνύονται αυτόνομοι τουριστικού προορισμοί με διακριτή εικόνα από τη γενική τουριστική εικόνα της Ελλάδας. Σε αυτή την κατεύθυνση, σημαντική ήταν η επίδραση της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ασκούσε έμμεση τουριστική πολιτική μέσα από τα περιφερειακά προγράμματα και τις κοινοτικές πρωτοβουλίες, που αφορούσαν κυρίως δράσεις για τη βιώσιμη τουριστική ανάπτυξη. Στην χώρα μας η πολιτική αυτή υλοποιείται μέσω του Γ΄ ΚΠΣ, με ειδικές δράσεις, που καλύπτουν προγράμματα οικοτουρισμού και θαλάσσιου τουρισμού κ.α.. Στα ΠΕΠ εντάχθηκαν υποδομές ορεινού, οικολογικού και πολιτιστικού τουρισμού στα πλαίσια των αξόνων για την ανάπτυξη των ορεινών όγκων και των νησιωτικών περιοχών της χώρας. Η πολιτική αυτή ενισχύεται και από τις πρωτοβουλίες Leader Plus και Interreg III. Η αναγνώριση από την Ευρωπαϊκή Ένωση και από άλλους Διεθνείς Οργανισμούς της σημασίας του τουρισμού ως τη σημαντικότερη βιομηχανία της Ευρώπης, διαφαίνεται και στο σχέδιο του Ευρωπαϊκού Συντάγματος όπου για πρώτη φορά ο Τουρισμός εντάσσεται στις αρμοδιότητες της Ένωσης, στην κατηγόρια των υποστηρικτικών συντονιστικών δράσεων. Η προοπτική αυτή ανοίγει νέες σημαντικές δυνατότητες για τη δημιουργία αποτελεσματικότερων πολιτικών για την αντιμετώπιση των προβλημάτων του ελληνικού τουρισμού. Η τουριστική πρόκληση για τα επόμενα χρόνια θα είναι μεγάλη για την χώρα μας για πολλούς λόγους και συγκεκριμένα: · Ποιο μερίδιο θα αναλογεί ή μπορούμε να εργασθούμε προκειμένου ν΄ αναλογεί αυτό που πρέπει, από την αύξηση του τουριστικού ρεύματος που για το 2020 προβλέπεται διπλασιασμός του στην Λεκάνη της Μεσογείου; · Πώς η χώρα μας μέσω συγκεκριμένων πολιτικών θα εξαλείψει τις αρνητικές πλευρές του τουριστικού προϊόντος που προσφέρουμε προκειμένου το μερίδιο που μας αναλογεί να είναι κατ΄ αρχήν ποιοτικά υψηλό; · Γνωρίζουμε ότι η χώρα μας δεν ανταγωνίζεται πλέον μόνο τις γειτονικές χώρες της Μεσογείου αλλά και μακρινές περιοχές όπως ακόμα και εκείνες τις αγορές της Ασίας, (Ταϊλάνδη κ.τ.λ); Δεδομένων των προσφορών των τουριστικών πακέτων πως θα συγκρίνουμε τις παραδοσιακές μας αγορές; Η απάντηση είναι μια και μόνη. · Με προγραμματισμό δράσης όλων των κοινωνικών ομάδων που εμπλέκονται άμεσης αλλά και έμμεσης με το προσφερόμενο τουριστικό προϊόν. · Με την ανάδειξη μέσω αυστηρών όρων των πλεονεκτημάτων που η ιστορία και η παράδοση μας παρέχει και την ανατροπή της αδηφάγου νοοτροπίας της οικοπεδοποίησης του συνόλου σχεδόν της Ελληνικής Επικράτειας. · Με την ολοκλήρωση των δρομολογημένων δημόσιων υποδομών αλλά και της επιτάχυνσης των ιδιωτικών που επιβάλλεται να επιταχύνουν το βηματισμό τους. Είμαι ευτυχής που μου δόθηκε η δυνατότητα να βρίσκομαι σήμερα εδώ μαζί σας και να συζητάμε για ένα τέτοιο σημαντικό θέμα. Θέλω να σας διαβεβαιώσω ότι και από την θέση του Ευρωβουλευτή θα εργασθώ προς αυτήν την κατεύθυνση στις επιτροπές της Ευρωβουλής που θα ενταχθώ. Θα είμαι και στην διάθεσή σας γιατί όπως και να το κάνουμε η Εύβοια είναι και ένα μεγάλο νησί του Αιγαίου που έχει σαφώς περισσότερα πλεονεκτήματα. Αυτά πρέπει να αναδειχθούν και να αποτελέσουν την βάση της ειδικής τουριστικής της ανάπτυξης το μέλλον. Σας ευχαριστώ όλους